Όταν η νόσος βρίσκεται στα αρχικά στάδιά της, είναι πολύ πιθανό να μην εμφανίσει συμπτώματα κατευθείαν, με αποτέλεσμα ο ασθενής να μη γνωρίζει ότι πάσχει από αυτή.
Πολυουρία: Η συχνή ανάγκη για ούρηση προκαλείται λόγω του ότι υπάρχει υπερβολική ποσότητα σακχάρου στο αίμα, η οποία δε μπορεί να απορροφηθεί, περνώντας έτσι στα νεφρά και μεταφέροντας μαζί του πολύ νερό.
Πολυδιψία: Ο οργανισμός χάνει πολλά υγρά, λόγω της αυξημένης ούρησης, με αποτέλεσμα ο ασθενής να διψά διαρκώς.
Πολυφαγία: Ο οργανισμός δε μπορεί να απορροφήσει τη γλυκόζη για να παραχθεί η ενέργεια, κι έτσι χρησιμοποιεί τα αποθέματα που έχει. Για το λόγο αυτό, αναζητά συνεχώς τροφή, για να συμπληρώσει τα αποθέματα αυτά.
Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν τη θολή όραση, τη ξηροστομία, τη συνεχή κούραση, την αίσθηση εξάντλησης, την απώλεια ή την αύξηση σωματικού βάρους, τις συχνές κράμπες και τους πόνους στα πόδια και τα δάχτυλα, τη φαγούρα σε γενετικά όργανα, όπως επίσης και τις λοιμώξεις που δεν υποχωρούν εύκολα.